Bookmark and Share

Κρίση, αδιέξοδο, …αυτοκτονία.  Μια τριλογία που δυστυχώς χτύπησε την πόρτα αρκετών συνανθρώπων μας τα τελευταία χρόνια.  Αξίζει η ζωή;  Αξίζει κάποιος να ζει και να παλεύει ένα «στημένο» παιχνίδι;  Υπάρχει ελπίδα;  Μια προσωπική έκκληση.

Με την κρίση που μας βρήκε υπάρχει ένα κοινωνικό ζήτημα, που μπορεί να είναι πολύ βαρύ και μακάβριο, αλλά με τους 6.000 περίπου «αυτοκτονημένους» Έλληνες είναι κρίσιμο και επίκαιρο.  Έτσι ας ασχοληθούμε με το ζήτημα της αυτοκτονίας σε μια ανάλυση που ενδεχομένως μας βοηθήσει να πάρουμε μια καλύτερη στάση για την ζωή μας όσοι «είμαστε ακόμα ζωντανοί στην σκηνή…», ακόμα κι αν δεν έχουμε σκεφτεί ποτέ αυτήν την «δυνατότητα».  

Κι ας δώσουμε πρώτα-πρώτα μια ερμηνεία στο τι είναι αυτοκτονία. Αυτοκτονία λοιπόν είναι θα λέγαμε, η αφαίρεση της πνοής της ζωής από έναν άνθρωπο οικιοθελώς με δική του προσωπική υπαιτιότητα. Για να μετρήσει ως αυτοκτονία, μια πράξη κάποιου ενάντια στον εαυτό του, το σίγουρο είναι πως το γεγονός πρέπει να προέκυψε με την επιθυμία του ιδίου του θύματος.

Σε μια εποχή που το εμείς μικραίνει και λιγοστεύει όλο και περισσότερο, ο μοναχικός άνθρωπος, νιώθει ανίκανος να αντιμετωπίσει με αξιοπρέπεια τα προβλήματά του. Και κάποιες φορές θεωρεί πως η αυτοκτονία είναι η μόνη αξιοπρεπή λύση. Το ερώτημα «να ζει κανείς ή να μη ζει», δεν είναι καινούριο, δεν είναι τόσο απλό, δεν είναι μόνο κάτι θλιβερό, αλλά όπως όλα στις ημέρες μας είναι κάτι πολύπλοκο, το οποίο απλώνει τα πλοκάμια του σε κάθε πτυχή της ύπαρξης ενός ανθρώπου και της κοινωνίας μας.

Ο Γουήλιαμ Σαίξπηρ, καταπιάστηκε κι αυτός με τούτο το πρόβλημα, και ο φίλος μας ο Άμλετ, ο ήρωας από το ομώνυμο θεατρικό του, αντιπροσωπεύοντας ολόκληρη την ανθρωπότητα, αποτυπώνει αριστοτεχνικά αυτή την αναρώτηση του σκεπτόμενου ανθρώπου για την ζωή, τον σκοπό και την αξία της, τον αγώνα για την διατήρησή της, και το κατά πόσο αξίζει να γίνεται με τόσο πενιχρό στα μάτια μας αποτέλεσμα. Τελικά αξίζει κανείς να αγωνίζεται για να υπάρχει; Αξίζει;

Αν το καλοσκεφτεί κανείς η ζωή μοιάζει περισσότερο με τον αέρα, παρά με κάτι απτό. Γλιστράει εύκολα μέσα από τα χέρια μας, ξεφεύγει μέσα από τα δάκτυλά μας, και γίνεται μια απόλυτη απώλεια την οποία κανείς δεν μπορεί να την ανατρέψει ή μήπως υπάρχει κάποιος που μπορεί;

ΝΑ ΖΕΙ ΚΑΝΕΙΣ Ή ΝΑ ΜΗ ΖΕΙ, ΙΔΟΥ Η ΑΠΟΡΙΑ !!! Ο Σαίξπηρ όμως δεν αναρωτήθηκε μόνο για να ρωτήσει. Αυτό που πραγματικά τον απασχόλησε ήταν τι γίνεται μετά το απονενοημένο. Διότι όπως και παλαιότερα ο Σωκράτης, θεώρησε πως αν ο θάνατος είναι ένας βαθύς ύπνος χωρίς έξωθεν παρεμβολές και ενοχλήσεις, κι όλα παύουν εκεί, για κάποιον που έχει μια ήσυχη συνείδηση, τότε κατά την γνώμη του είναι μια καλή κατάληξη, ένα «shortcut» σε κάποιον που βρήκε εμπόδια στην πορεία του. Εμπόδια όχι τόσο φυσικά, π.χ. κάποιος αρρώστησε και παιδεύεται, αλλά κοινωνικά, κάποιοι δεν του επιτρέπουν να έχει ελπίδα. Δεν μπορώ να μην κάνω μια σύνδεση εδώ με το σήμερα. Έχω την εντύπωση πως οι αυτόχειρες απλά προσπαθούν να βρουν το συντομότερο μονοπάτι για τον τελικό προορισμό.  

Γυρίζοντας στον Άμλετ, συμφωνώ με το βαθύ, γεμάτο ειλικρινή απορία παραμιλητό αυτού του τραγικού τυπάκου, ο οποίος πληγωμένος από πολλαπλές προδοσίες, και παγιδευμένος στα γρανάζια της διεστραμμένης εξουσίας, έσπειρε τον θάνατο και θέρισε το ίδιο ακριβώς φρούτο και για λογαριασμό του.

Τελικά «Να υπάρχει κανείς ή να μην υπάρχει;». Θα μου επιτρέψετε να αναφέρω ένα απόσπασμα από τον γνωστό μονόλογο για να έχετε κι εσείς μια εικόνα:

«… τι είναι στο πνεύμα ανώτερο

να υποφέρεις πετριές … αχρείας τύχης,

ή να παίρνεις τα όπλα

ενάντια σ’ ένα πέλαο βάσανα

κι αντιχτυπώντας να τους δίνεις τέλος; (αλήθεια; μπορείς να τους δώσεις τέλος έτσι;)

Θάνατος. Ύπνος; Και τίποτα άλλο;

Κι αν μ’ αυτόν τον ύπνο

παύουμε της καρδιάς τον πόνο

και τις χίλιες λαχτάρες …

είναι συντέλεια να την εύχεσαι με ζήλο. (την εύχεσαι; ναι;)

Θάνατος-Ύπνος, ύπνος; ίσως όνειρα!

Ε, εδώ είναι ο κόμπος

τι σε αυτόν τον ύπνο του θανάτου,

τι όνειρα θα ’ρθουν, …

αυτό μας κόβει, τούτη η έγνοια

κάνει την δυστυχία να ζει τόσο πολύ,

γιατί ποιος θα δεχότανε ντροπές …

τ’ άδικο από τον δυνατό,

τον εξευτελισμό από τον φαντασμένο,

τον πόνο από την περιφρονημένη αγάπη,

την άργητα του νόμου,

τους τραμπουκισμούς της εξουσίας,

και τις κλωτσιές

που η ταπεινή η αξία τρώει από τον ανάξιο,

αν μπορούσε να έδινε μόνος του κανείς

στον εαυτό του τη λύτρωση με ένα μαχαίρι.

Ποιος θα το ’θελε να φέρνει ευθύνες,

να γρυλίζει και να ιδρώνει από το βάρος της ζωής,

αν η τρομάρα μην είναι κάτι μετά θάνατον,

στον κόσμο τον άλλο, απ’ όπου δε γυρίζει ταξιδιώτης,

δε σάστιζε την θέληση και δε μας έκανε

να προτιμάμε να τραβάμε αυτά τα βάσανα

παρά να πάμε σε άλλα που δεν γνωρίζουμε; …»

Ας αναρωτηθούμε γιατί αξίζει να ζούμε και για ποιο λόγο αξίζει να πεθαίνουμε πριν της ώρας μας. Αν ο σκοπός της ζωής είναι να περνάμε καλά, τότε δικαιολογούνται να τερματίζουν τη ζωή τους όσοι αποτυγχάνουν σε αυτό τον στόχο. Αν όμως η ζωή/ύπαρξη μας, έχει μια άλλη χρησιμότητα, τότε η διατήρησή της έως το τέρμα της, πάση θυσία, είναι θεμελιώδες δικαίωμα και υποχρέωση. Δεν έχει ο σκεπτόμενος άνθρωπος την περιέργεια να ανακαλύψει τι έχει να του δώσει το τέλος του ταξιδιού της ζωής; Δεν είναι σημαντικό να ζούμε και να παρατηρούμε την ζωή;

Το να παραιτηθεί κανείς από την μάχη της ζωής κάνοντας το χατίρι σε όσους επιθυμούν την καταστροφή του, είναι μια ήττα σε μια μάχη που δεν δόθηκε. Είναι σα να πουλάς τον αγώνα, ποιος αθλητής θα δικαιολογούσε τον εαυτό του να χαρίσει την νίκη στον αντίπαλο, όσο φοβερός αυτός κι αν φαινόταν; Να μου πείτε, το να γίνω επαίτης από εκεί που ήμουν νοικοκύρης και αξιοπρεπής είναι υποφερτή κατάληξη; Ίσως να μην είναι, αλλά σκεφτείτε, ένα παιχνίδι δεν το χάνει κανείς εφόσον ακόμα παίζεται.

Θυμάστε ένα τραγουδάκι που έλεγε πριν χρόνια η Μπέσσυ Αργυράκη, «ηλεκτρονική εποχή»; Στο ρεφραίν είχε ένα στίχο: «την πίστη άμα κρατήσουμε και τα ιδανικά μας, θα’ ναι δικιά μας όλη η ζωή»! Λοιπόν εγώ που μου αρέσει πολύ αυτός ο στίχος θα έλεγα συμπληρωματικά, που ξέρεις τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον; Τι κατάληξη θα έχει αυτή η δοκιμασία, που μπορεί να την περάσει ένας άνθρωπος και μοιάζει τόσο τραγική εκείνη την περίοδο της ζωής του, κι όμως μπορεί στο μέλλον να καταλήξει σε μια μεγάλη ευτυχία. Μπορεί κάποιος να προεξοφλήσει το μέλλον; Όχι.  Μόνο ο Θεός το μπορεί.

Και μια που ανάφερα τον Θεό, τις απαντήσεις για την μετέπειτα ζωή μπορεί κανείς να τις βρει, μόνο αναζητώντας τις από τον Θεό, εξ’ ου και ο στίχος να κρατήσουμε την πίστη μας. Κι επειδή εγώ σέβομαι τον Χριστιανισμό, ξέρω πως ένας είναι ο Κύριος του Άδη και του Θανάτου, κι ό,τι ο μόνος που επέστρεψε από την άλλη ζωή για να μας πει τα χαμπέρια της είναι ο Χριστός, κι όσοι Αυτός ανέστησε. Άρα ο μόνος κατάλληλος για να ακούσουμε την γνώμη Του για το τι υπάρχει μετά θάνατον πρέπει κανονικά να είναι Εκείνος.

Δεν ξέρω αν η απογοήτευση μας από τους λειτουργούς της θρησκείας κάνει τον μέσο άνθρωπο να παραιτηθεί από την ζωή και την προσωπική σχέση που πρέπει να έχει κάποιος με τον αληθινό Θεό. Αλλά ξέρω πως οι προγόνοι μας που αγωνίστηκαν, πολεμούσαν «πρώτα για του Χριστού την πίστη την αγία» και μετά «για της πατρίδας την ελευθερία»!!!

Μήπως το ίδιο μπορεί να συμβεί και σε ατομικό επίπεδο; Μήπως αν αναζητήσουμε με προσευχή τον αληθινό Θεό μπορεί και να Τον βρούμε; Και μήπως όπως όταν οι γιατροί σηκώνουν τα χέρια και λένε: μόνο ένας Θεός μπορεί να σώσει τους αγαπημένους σας, κι έχουμε ακούσει περιστατικά αληθινά θαύματα, αν στραφούμε σε Αυτόν τελικά να σωθούμε;

Φυσικά αγαπητοί μου δεν θέλω εδώ να σας κάνω χρηστομάθεια, αλλά πρέπει να ανακαλύψουμε την ζωντανή ελπίδα αν υπάρχει. Ποιος άλλος εκτός από έναν αγαθό και καλό Θεό μπορεί να μας προσφέρει ελπίδα; Οι επιστήμονες το μόνο που έχουν να μας προσφέρουν ως λύση στους πόνους μας είναι μια ήσυχη ευθανασία.

Κι επειδή το τι συμβαίνει μετά θάνατον μόνο να το εικάσουμε μπορούμε, προτείνω πριν αποφασίσει κάποιος από μας ή τους φίλους μας το απονενοημένο, να σιγουρευτούμε πρώτα πως έχουμε εξαντλήσει κάθε δυνατή πηγή ανακούφισης, και έκλυση για βοήθεια. Ας μην περιφρονούμε τις προσπάθειες που κουτσά στραβά κάνει η εκκλησία, προσπαθώντας να βοηθήσει τους αναξιοπαθούντες, και πόσοι άνθρωποι βρίσκουν κάποια συμπαράσταση για να σταθούν στα πόδια τους σε μια εποχή αγριότητας που ούτε οι εξ’ αίματος συγγενείς δεν δίνουν σημασία.

Τι είναι αυτό; η καλοσύνη των θρησκευόμενων; Όχι. Είναι το ξεχείλισμα της αγάπης ενός Καλού Θεού που Τον έχουμε εξορίσει στον ουρανό, γιατί δεν ζητάμε «το θέλημά Του ως εν Ουρανώ κι επί της Γης». Η προσευχή είναι δωρεάν, δεν πληρώνεις φόρους και δεν δίνεις σε κανέναν λογαριασμό για όσα μπορεί να ακουστούν μεταξύ των δύο πλευρών. Κι από όσα ξέρω ο Θεός δεν είναι  καθόλου κουτσομπόλης. Τι λέτε αξίζει να Τον δοκιμάσουμε πριν βουτήξουμε στο κενό; Εγώ πάντως το έχω κάνει και την γλίτωσα, γι’ αυτό και σας το προτείνω.

ΦΙΛΙΚΑ   Ε. Ε.

www.skepsou.gr.

Bookmark and Share