Bookmark and Share

Έρευνα δείχνει ότι οι κάτοικοι οικονομικά εύρωστων χώρων, που δίνουν έμφαση στην οικονομική ισότητα των πολιτών τους, είναι πιο πρόθυμοι να εμπιστευτούν τον συνάνθρωπό τους.  Η χώρα μας βρίσκεται στην 5η θέση από το τέλος με σχεδόν το 60% των συμπολιτών μας να δηλώνουν δεν δείχνουν εμπιστοσύνη.  Σκέψου ποιοι μπορεί να είναι οι λόγοι που μας κάνουν να είμαστε τόσο καχύποπτοι;

Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι εκείνοι που ζουν σε πλούσιες και υπέρμαχες της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ισότητας  χώρες, εμπιστεύονται περισσότερο τους συνανθρώπους τους.  Οι κάτοικοι χωρών με υψηλό μέσο οικογενειακό εισόδημα δείχνουν, σε γενικές γραμμές, πιο εύκολα εμπιστοσύνη προς τον συνάνθρωπό τους συγκριτικά με τους κατοίκους χωρών με χαμηλότερο εισόδημα, με τις ΗΠΑ να αποτελούν εξαίρεση σε αυτή την τάση.

Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης διεξήγε μια έρευνα σε 30 βιομηχανικές χώρες θέτοντας το εξής ερώτημα: «Σε γενικές γραμμές, θα λέγατε ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων δείχνουν εμπιστοσύνη στον συνάνθρωπο ή ότι χρειάζεται να είναι κάποιος αρκετά προσεκτικός στις συναλλαγές του με τους άλλους;».  Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι Δανοί είναι οι λιγότερο επιφυλακτικοί άνθρωποι, ενώ οι Χιλιανοί οι περισσότερο.

Αναφορικά με τις ΗΠΑ, που εμφανίστηκαν να μην ακολουθούν τον κανόνα, το 2008 ήταν η 10η περισσότερο επιφυλακτική χώρα, με μόνο το 48.7% των Αμερικανών να απαντά ότι σε γενικές γραμμές θα μπορούσαν να εμπιστευτούν το συνάνθρωπο τους. Αλλά μεταξύ των χωρών που έλαβαν μέρος στην έρευνα, οι ΗΠΑ βρίσκονται στην τέταρτη θέση όσον αφορά το μέσο οικογενειακό εισόδημα.

Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, επισημαίνουν επίσης ότι τα υψηλά ποσοστά εμπιστοσύνης σχετίζονται άμεσα με χαμηλά επίπεδα εισοδηματικής ανισότητας.

Η ανάλυση του ΟΟΣΑ δεν προβαίνει σε οριστικά συμπεράσματα για τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος μεταξύ του πλούτου και της εμπιστοσύνης. Για παράδειγμα δεν δίδεται απάντηση στο ερώτημα για το αν  «Η εμπιστοσύνη μπορεί να προωθεί μια προσοδοφόρα οικονομική δραστηριότητα ή η εμπιστοσύνη μπορεί να είναι μια πολυτέλεια που είναι προσιτή μόνο για τις πλουσιότερες χώρες».  Κατά τον ίδιο τρόπο, οριστικά συμπεράσματα για τη  σχέση μεταξύ ανισότητας και εμπιστοσύνης δεν υπάρχουν στην αναφορά. Αυτό που εικάζεται είναι ότι η εισοδηματική ανισότητα μπορεί να δυσκολέψει ακόμα περισσότερο τα πράγματα  για κάποιους ανθρώπους ώστε να μπορούν μοιράζονται έναν κοινό σκοπό ή ότι μπορεί να σημαίνει ότι ο χαμηλός βαθμός εμπιστοσύνης αποτρέπει τους θετικούς κοινωνικούς δεσμούς, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ανισότητα στην κοινωνία.

Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ συμβαδίζουν με αυτό που αρκετοί ακαδημαϊκοί υποστηρίζουν εδώ και καιρό: Τα χρήματα και η εμπιστοσύνη είναι άρρηκτα συνδεδεμένα.

Ο Tom W. Smith, διευθυντής του κέντρου για τη μελέτη της πολιτικής και κοινωνίας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, έχει γράψει αρκετά συγγράμματα πάνω στο θέμα της εμπιστοσύνης σε θεσμούς και μιλά περιπαιχτικά για κάποιους από τους συσχετισμούς.

«Αν έχετε υψηλό εισόδημα και είστε αρκετά πιο πάνω από το όριο της φτώχειας, έχετε μεγαλύτερα περιθώρια γενναιοδωρίας. Μπορείτε να εμπιστευτείτε πιο εύκολα τους ανθρώπους και να είστε λίγο περισσότερο γενναιόδωρος με τους άλλους. Έχετε αυτό το περιθώριο να είστε πιο ανοιχτός με τους άλλους.» υποστηρίζει ο Smith. «Αν όμως είστε ακριβώς πάνω στο όριο της φτώχειας ή ακόμα πιο κάτω, δεν υπάρχει τέτοιο περιθώριο. Δεν μπορείτε να είστε γενναιόδωρος με τους άλλους γιατί δεν υπάρχει κάτι που θα μπορούσατε να προσφέρετε.»

Αρκετοί όμως ακαδημαϊκοί που μελετούν τη σχέση μεταξύ του πλούτου και της εμπιστοσύνης, ισχυρίζονται ότι η εισοδηματική ανισότητα μιας χώρας είναι πολύ περισσότερο σημαντική από τον συνολικό πλούτο της χώρας.  Ο Uslaner επισημαίνει, ότι ήταν σημαντικό να εξετάσουμε τα ποσοστά από τον ΟΟΣΑ με λίγη δυσπιστία. Παρόλο που η κατάταξη στον κατάλογο των χωρών δεν του προκαλεί έκπληξη, οι Σκανδιναβικές χώρες πάντοτε κατατάσσονται ως οι πιο αξιόπιστες  στον κόσμο, το ποσοστό των ανθρώπων που εκφράζουν ένα υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης προς τους άλλους φαίνεται στον Uslaner πολύ υψηλό.  «Δεν έχω ξαναδεί τέτοια νούμερα. Ουσιαστικά οποιαδήποτε άλλη έρευνα και αν έχω διαβάσει σχετικά με την εμπιστοσύνη, υπάρχουν σχεδόν πάντοτε πέντε χώρες που ξεπερνούν το 50%. Οι Σκανδιναβικές χώρες κατατάσσονται πάντα σε αυτό το ποσοστό. Κάποιες φορές ο Καναδάς ή η Αυστραλία. Άρα το 88% για μένα είναι εντελώς πρωτάκουστο» δηλώνει ο Uslaner.

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το 88.8% του πληθυσμού της Δανίας, έχει υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης προς το συνάνθρωπο. Σύμφωνα με τα νούμερα που παραθέτει ο Uslaner από την έρευνα του συνδέσμου των Παγκόσμιων Αξιών το 1995 (η πιο αξιόπιστη πηγή κατά τη γνώμη του), το 58% των Δανών δείχνουν εμπιστοσύνη, ενώ μόλις το 36% των Αμερικανών θεωρούν ότι μπορούν να εμπιστευτούν τους άλλους.

Ο λόγος για το σχετικά χαμηλό ποσοστό εμπιστοσύνης των ΗΠΑ, παρόλο το υψηλό ΑΕΠ είναι ξεκάθαρος υποστηρίζουν οι ακαδημαϊκοί: Υψηλή εισοδηματική ανισότητα.

«Οι ΗΠΑ έχουν ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ανισότητας από κάθε άλλη βιομηχανική χώρα στον κόσμο. Έχει δημιουργήσει μια τεράστια επιφυλακτικότητα και δυσπιστία απέναντι σε όλα» λέει ο Brian Vargus, καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα, που ειδικεύεται στην εμπιστοσύνη και στη διακυβέρνηση.

Η Μεγάλη Ύφεση, χειροτέρεψε τον βαθμό εισοδηματικής ανισότητας στις ΗΠΑ, καθώς τα εταιρικά κέρδη έχουν ανακάμψει ενώ συγχρόνως η ανεργία παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Μια νέα έρευνα από τη μεγαλύτερη συνδικαλιστική οργάνωση στη χώρα, έδειξε ότι οι διευθύνοντες σύμβουλοι 299 πολυεθνικών στις ΗΠΑ αμείβονταν συνολικά $3.4 δις το 2010. Με λίγα λόγια, οι αμοιβές των διευθ. συμβούλων ισούνται με τις συνολικές κατά μέσο όρο αμοιβές περισσότερων από 100.000 υπαλλήλων στις αντίστοιχες εταιρίες.  «Ο κόσμος τώρα λέει ότι η οικονομία των ΗΠΑ ακολουθεί δύο διαφορετικές κατευθύνσεις. Αν είσαι πραγματικά πλούσιος, είναι η καλύτερη περίοδος να είσαι Αμερικανός. Αν ανήκεις στη μεσαία τάξη ή αν είσαι φτωχός είναι μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδος» λέει ο Uslaner. «Δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν έχουν αυτόν τον κοινό παρονομαστή.»

Από τις 30 χώρες που έλαβαν μέρος στην έρευνα του ΟΟΣΑ, στις περισσότερες το ποσοστό εμπιστοσύνης αυξήθηκε ελάχιστα την τελευταία δεκαετία. Οι ΗΠΑ ήταν μία από τις έξι χώρες μεταξύ των 30, που εμφάνισε μείωση στο ποσοστό εμπιστοσύνης. Η αλλαγή στο βαθμό εμπιστοσύνης μιας χώρας στην πορεία του χρόνου είναι κάτι ασυνήθιστο, επισημαίνουν οι ακαδημαϊκοί και ένα από τα λίγα πράγματα που μπορεί να αλλάξει αυτή την τάση είναι η εισοδηματική ανισότητα.  «Η έννοια της  εμπιστοσύνης είναι ιδιαίτερα παγιωμένη σε έναν άνθρωπο, δεν αλλάζει εύκολα. Και δεν αλλάζει εύκολα ούτε στη διάρκεια της ζωής ενός ανθρώπου. Ούτε αλλάζει ιδιαίτερα η οικονομική ανισότητα στην πορεία των ετών» αναφέρει ο Uslaner. «Υπάρχει ένας φαύλος κύκλος που πολλές χώρες παγιδεύονται: Υψηλά ποσοστά ανισότητας, οδηγούν σε χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης, που οδηγούν σε υψηλά ποσοστά διαφθοράς, που οδηγούν σε ακόμα υψηλότερα ποσοστά οικονομικής ανισότητας και εμπιστοσύνης. Είναι ιδιαίτερα δύσκολο να σταματήσει κανείς αυτή την πορεία.»

Ο Brian Vargus και άλλοι μελετητές της κοινωνιολογίας της εμπιστοσύνης, βλέπουν μια στενή σχέση μεταξύ των υψηλών επιπέδων εμπιστοσύνης και ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά και όσον αφορά την εμπιστοσύνη των πολιτών απέναντι στους θεσμούς και απέναντι σε μία αποτελεσματική κυβέρνηση.  «Η αίσθηση είναι ότι όταν εξετάζεις την εμπιστοσύνη, βλέπεις πως μεταβάλλεται εξαιτίας της κυβέρνησης, καθώς οι άνθρωποι γίνονται όλο και πιο δύσπιστοι απέναντι στην κυβέρνηση, γίνεται ακόμα πιο δύσκολο να κυβερνήσεις» λέει ο Vargus. «Καθώς αυξάνονται τα επίπεδα εμπιστοσύνης, καλύτερες οικονομικές σχέσεις γίνεται ευκολότερο να αναπτυχθούν. Αλλά όταν περνάς μια οικονομική κρίση, με υψηλή ανεργία, οι πολίτες αρχίζουν να αναρωτιούνται, ‘ποιον μπορώ να εμπιστευτώ;’»

Επιπλέον, ο Tom Smith επισημαίνει ότι η δυσπιστία, ειδικά η δυσπιστία που βασίζεται στη φτώχεια, βρίσκει τρόπο να συνεχίζει για πολλές γενιές.  «Αν οι γονείς σου, σου μαθαίνουν να μην εμπιστεύεσαι τους άλλους, τότε ανατρέφεσαι με αυτές τις αξίες και το πιο πιθανό είναι να μεταφέρεις τις ίδιες αξίες και στα παιδιά σου, έτσι αυτή η παράδοση διαιωνίζεται» λέει ο  Smith.

www.skepsou.gr, 14 Ιουλίου 2011.

Bookmark and Share