Bookmark and Share

Ξεκίνησε με έναν απλό χαιρετισμό και κατέληξε σε μακρινή συζήτηση που ποτέ δεν περίμενα. Εγώ, απλός περαστικός από την περιοχή Parc του Μόντρεαλ. Έμαθα τυχαία ότι είναι από τις περιοχές με έντονη παρουσία του ελληνικού στοιχείου.

Στο Μόντρεαλ έτυχε να βρίσκομαι για ένα ακαδημαϊκό συνέδριο που ήταν να παρακολουθήσω. Έμαθα για την Ελληνική κοινότητα από έναν ντόπιο. Μου λέει ‘πρέπει να πας, στην περιοχή θα βρεις ελληνικά μαγαζιά.’ Δεν είχα επισκεφθεί ξανά το Μόντρεαλ αλλά θέλησα να μην χάσω την ευκαιρία. Μόλις είχα βγει από το Μετρό και ο ήλιος ήταν δυνατός. Η υγρασία ανυπόφορη. Δεν φαντάστηκα να βρω τόσο ζεστό κλίμα στο Μόντρεαλ!

Μετά από λίγο τυχαία ακούω δύο άνδρες να μιλάνε ελληνικά καθισμένοι σε ένα πεζούλι μπροστά από ένα μαγαζί. Ο τόνος δυνατός. Κοντοστάθηκα για λίγο και ρώτησα από ποια πόλη της Ελλάδος είναι. Ο διάλογος ξεκίνησε καλά. Την κουβέντα την πιάσαμε γρήγορα. Μετά τους χαιρετισμούς ο ποιο θαρραλέος από τους δύο, ο Δημήτρης προσφέρθηκε να περπατήσει μαζί μου για λίγο. ‘Έλα να σου δείξω την περιοχή’ μου είπε.

Η συζήτησε άρχισε να παίρνει ποιο γρήγορους ρυθμούς. ‘Εσύ από πού είσαι’ τον ρώτησα. Ο Δημήτρης είχε πάει στο Μόντρεαλ το 1979 και αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του εκεί δουλεύοντας σαν μουσικός. ‘Τα τύμπανα έπαιζα’ μου είπε ‘και πήγα σε όλον τον Καναδά, τον περπάτησα όλο! Έκανα πολλές δουλειές’. Παρόλο που πλησιάζει τα 60 η σφριγηλότατα του Έλληνα παραμένει αδιάκοπη, την παρατηρείς από μακριά. Σαν μην του έφυγε ποτέ το ελληνικό στοιχείο της εγρήγορσης από τότε που εγκατέλειψε την Δράμα.

Δεν κράτησε πολύ η συζήτηση μας μέχρι που αρχίσαμε να μπαίνουμε στα βαθιά νερά. Αρχικά καθίσαμε σε ένα παγκάκι σε ένα κεντρικό πάρκο που έβλεπε προς τον κεντρικό δρόμο. ‘Αυτά εδώ τα μαγαζιά τα βλέπεις’ μου λέει, ‘όλα Ελληνικά ήταν αλλά λίγα έχουν μείνει σήμερα, τα περισσότερα έχουν κλείσει. Τα έχουν πάρει άλλα αφεντικά. Τώρα έχει πολλούς Ινδούς. Οι Έλληνες κάνανε τα λεφτά αλλά μετά έφυγαν, πολλοί τα σκόρπισαν, άλλοι πήγαν στην διπλανή πόλη LaVal.’

Καθώς βαδίζαμε η συζήτηση άρχισε να παίρνει ποιο προσωπικούς ρυθμούς. ‘Εσύ γιατί ήρθες εδώ’ με ρώτησε, ‘τι ήρθες να κάνεις;’ ‘Είπα να επισκεφθώ τα μέρη σας’ απάντησα; ‘Εσύ τι κάνεις εδώ τόσα χρόνια’ τον ρώτησα. ‘Ήρθα το 79’ μου απάντησε ‘και από τότε εδώ είμαι. Ταξίδεψα πολύ αλλά τώρα είμαι εδώ.’

Σαν ένα καράβι πολυταξιδεμένο ο Δημήτρης άρχισε να μου εξιστορεί τα πρώιμα χρόνια της απόφασης του να φύγει από την Ελλάδα. Σαν να περίμενε την συζήτηση να τα πει και να αδειάσει από μέσα του. Καταλάβαινα ότι η ελκυστικότητα του εξωτερικού έγινε πηγαία μορφή δημιουργίας από κάθε άποψη, οικονομική, προσωπική, οικογενειακή. ‘Έκανα οικογένεια’ μου είπε ‘αλλά δεν είχα μυαλό.’ Η φωνή του άρχιζε να εξασθενίζει όπως τελείωνε την πρόταση. Έφευγα από το σπίτι για να δουλέψω. Έλλειπα πολύ καιρό. Έκανα λάθη. Πέρασαν πολλά χρόνια. Άστα να πάνε.’

Μου έδειχνε τα ελληνικά μαγαζιά καθώς προχωρούσαμε. Ελάχιστα είχαν μείνει αφού τα περισσότερα είχαν κλείσει. Γρήγορα συνειδητοποίησα ότι η συνοικία είχε μείνει περισσότερο με το όνομα. Οικονομικά φαίνεται να είχε στερέψει. Σαν να κοιτούσε πίσω μέσα του βουρκωμένος ο Δημήτρης αναπολούσε την ζωή του. Σαν τα μαγαζιά που είχαν κλείσει ο Δημήτρης ένοιωθε να του παίρνουν και τα δικά του όνειρα. Με νοσταλγία και μετανοιωμένος σαν τα λάθη του παρελθόντος οι σκέψεις συνέχιζαν να τον πληγώνουν αδιάκοπα. ‘Πολλά έκανα’ μου λέει με νόημα.’ Θέλει να έχεις πολύ δύναμη μέσα σου να βαστάξεις τα θηρία να μην αφήσεις να σε παρασύρουν.’

Ένοιωσα παράξενα. Δεν περίμενα μια τέτοια συνάντηση. Ίσως για αυτόν η ιστορία αυτή να είχε ειπωθεί πολλές φορές αλλά η αγανάκτηση με την ίδια του την ζωή και αυτό το κενό που μαρτυρούσε μέσα του, ένοιωθα ότι έκρυβε πολλά.

Εγώ πήγα να εξερευνήσω την ελληνική παροικία και να δω αυτά που χτίστηκαν με την ελληνική υπερηφάνεια και όχι αυτά που γκρεμίστηκαν. Αλλά αυτά που γκρεμίστηκαν ήταν πολλά σαν αυτόν που τα έπαθε. Η γυναίκα του ζήτησε διαζύγιο. 12 χρόνια ήταν’ μου λέει, ‘δεν το άντεξε. Το ξέρω εγώ φταίω. Μακάρι να μπορούσα να τα αλλάξω αλλά δεν γίνεται.’

Μετανοιωμένος αλλά σαν να βρισκόταν σε ένα μεταφορικό ‘μπουντρούμι’ το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να προσπαθήσει να δώσει κατεύθυνση σε αυτούς που ήταν από έξω και τον κοιτούσαν να σπαρταράει. Αυτή η αγωνία να μεταδώσει το μήνυμα του σε μένα και παράλληλα σαν άπιαστο όνειρο, να αναπολεί την χαμένη ζωή του, με προβλημάτισε ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

Εύκολα είναι τα λόγια σκέφτηκα μέσα μου αλλά και παράλληλα ξαφνιάστηκα για το τι δύναμη μπορεί να κρύβουν. Τα λόγια τελικά δεν μπορούν να αλλάξουν την κατάσταση από μόνα τους και όμως γίνονται το μόνο μέσο επαγρύπνησης που μας έχει απομείνει.

Σαν να ήθελε να παλέψει από την αρχή. Να ξαναδεί την ζωή, και να την πιάσει από την άκρη, να διορθώσει τα λάθη, να γεμίσει τα πολλά κενά. Η ζωή του ήταν το άπιαστο όνειρο. Τώρα δεν μπορεί να το βάλει κάτω, να το δέσει, να το κάνει κουμάντο. Η εμπειρία αυτή του διαζυγίου και της φθοράς μέχρι σε κάποιο βαθμό τον εξάγνισαν αν και μπορεί να υπάρχουν καταστάσεις και συγκυρίες και εμπειρίες που να αναπολεί ακόμα.

‘Καλά ρε Δημήτρη και τι έγιναν τόσα χρόνια δουλειάς που έκανες’ τον ρώτησα ‘Εκείνη ήταν χρυσή εποχή για εσάς’ του είπα και χαμογέλασε. ‘Ναι’ μου είπε ‘ήταν χρυσή εποχή αλλά και αυτή έχει τις δικές της δυσκολίες.’ Κατάλαβα. Το χρυσό σε κάνει να δουλεύεις ακόμα ποιο πολύ γιατί είναι πολύτιμο, γυαλίζει, έχει πολύ αξία τόσο που σε θαμπώνει, δυσκολεύεσαι να δεις ποιο μακριά.

Όσο προχωρούσε η συζήτηση καταλάβαινα ότι οι Λαιστρυγόνες ήταν πολλοί για τον Δημήτρη. Η αίσθηση της κατεύθυνσης έγινε απίστευτα δύσκολη γιατί οι ‘σειρήνες’ ήταν παντού. ‘Κοίταξε να καλλιεργήσεις τα ιδανικά’ μου είπε και τρόμαξα. Γιατί τόσο απόγνωση σκέφτηκα; ‘Αυτά, αυτά που θα σε κρατήσουν’ επανέλαβε με παρρησία.

Αυτός ζούσε με επίδομα, χωρίς δουλειά και περιμένοντας να πάρει την σύνταξη του για να ζήσει ίσως λίγο καλύτερα. ‘Γιατί δεξιότητες μιλάς εσύ τώρα’ σκέφτηκα μέσα μου. Σαν μια φωνή που έβγαινε από ένα μεγάλο χαντάκι και φώναζε ‘πρόσεχε μην πέσεις μέσα!’ έτσι συνέχιζα να νοιώθω την συνομιλία μας.

Το να συμφιλιωθείς με το παρελθόν σου τελικά παραμένει πραγματικός άθλος. ‘Είμαι φτωχός’ μου είπε, ‘τα παιδιά μου δεν θέλουν να με δουν. Που ήσουν όταν σε χρειαζόμουνα μου είπαν και εκεί λύγησα. Η γυναίκα του με δυσκολίες μεγάλωσε τα δυο τους παιδιά αλλά δεν θέλει να έχει καμιά επαφή μαζί του άλλο.’ Αν και μένει μόλις 2 τετράγωνα μακριά παραμένουν δυο ξένοι.

Τι γίνεται όταν ο άνθρωπος βρίσκεται σε αυτό το στάδιο της ζωής σκέφτηκα μέσα μου. Το να έχεις διανύσει τόσο δρόμο, να κοιτάς πίσω σου αλλά να μην μπορείς να αλλάξεις τίποτα. Είναι πολλά τα μηνύματα που ανάβλυσαν από την συζήτηση μας. Το ποιο ιδιαίτερο είναι η σημασία που δίνει κανείς στο να προσπαθήσει να κρατήσει αυτά που δεν βλέπει και που φαίνεται να μην υπάρχουν όμως τελικά φαίνονται να γίνονται καθοριστικά για το υπόλοιπο της ζωής.

Η αναφορά του Δημήτρη σε ‘αρετές’ και ‘αξίες’ ίσως και να φαίνεται υποκριτική γιατί έρχονται σε απευθείας αντίθεση με την ίδια του τη ζωή. Τι τραγική ειρωνεία θα σκεφτεί κάποιος. Όμως η επιμονή του στο να τις αναφέρει αποκάλυπταν μια ιδιαίτερη ειλικρίνεια που δεν ήταν υποκριτική αλλά μάλλον εξομολογητική.

Ο Δημήτρης είχε αποκτήσει μια βαθύτερη ωριμότητα για την ζωή και ας είχε φτάσει τα 60. Τα λάθη του μπορεί να του στάθηκαν εμπόδιο και σίγουρα έκαναν την ζωή του μίζερη. Όμως, η αναζήτηση του Δημήτρη να αναφερθεί για όλα αυτά που δεν έκανε δεν ήταν απλά μια πράξη απολογισμού. Ήταν μια βαθύτερη διεργασία στην οποία αναγνώριζε ότι την ζωή πρέπει να την πιάσεις από το ’κεφάλι’ και όχι από τα πόδια. Δεν είναι αρκετό απλά να ‘κάνεις’ αν δεν έχεις μια βαθύτερη καθοδηγητική γραμμή που να σου δίνει κατεύθυνση.

Το ‘νοητικό’ πλαίσιο δεν αφορά αυτό που σκέφτεται κανείς μόνο, αλλά το πραγματικό νόημα που δίνει σε αυτό το μεταφυσικό επίπεδο της ύπαρξης του. Αυτή η διεργασία δεν είναι και δεν μπορεί να γίνει στιγμιαία. Οι αξίες δεν ακονίζονται ούτε σμιλεύονται σε μέρες ή εβδομάδες. Μάλλον παραμένει μια μακροχρόνια διεργασία στην οποία ο άνθρωπος προσπαθεί να βάλει σε τάξη αυτά που δεν μπορεί να δει και που όμως τελικά αυτά είναι που τον κατευθύνουν.

Δεν αναφέρομαι σε απλά τυφλές ελπίδες η απλά δοξασίες για να του δίνουν κουράγιο όταν απογοητεύεται. Όχι. Αναφέρομαι σε αυτό το ευρύτερο κάτοπτρο που μπορεί να δώσει κατεύθυνση στα μεγάλα ερωτήματα. Δηλαδή, υπάρχει ένα ξεκάθαρο σημείο στο οποίο ο Δημήτρης αναγνωρίζει ότι η ζωή του έπρεπε να χτιστεί επάνω σε αξίες που θα μπορούσαν να αντέξουν το βάρος των αποφάσεων του. Οι σκέψεις του δεν ήταν μόνο μια φωνή ανεξέλεγκτης μετάνοιας αλλά μια βαθύτερη αναζήτηση για αλλαγή.

Ακόμα και αν η υλιστική υπόσταση της καλοπέρασης φαίνεται να ήταν η μόνη διάσταση που υπήρχε τότε στην ζωή του, είναι ξεκάθαρο ότι η πορεία της ζωής του είχε σμιλευτεί αργά αλλά σταθερά και με βαθύτερες κατατάξεις που οργάνωσαν αλλά και αναδιοργάνωσαν τις αποφάσεις του. Αυτές οι βαθύτερες διεργασίες παρέμειναν απαρατήρητες αλλά στην ουσία φαίνεται να καθιέρωσαν την πορεία του. Αυτές είναι οι διεργασίες για τις οποίες ο Δημήτρης προσπαθούσε να μου εξηγήσει, με λόγια ίσως μπερδεμένα.

Τελικά όταν διαβαίνεις το δρόμο και τα πολύχρωμα φώτα σου τραβάνε την προσοχή είναι δύσκολο να δεις τι είναι το περισσότερο σημαντικό με βάση κριτήρια που αφορούν το μέλλον και όχι μόνο το παρόν.

Για μένα το σημαντικότερο νόημα αυτής της συνάντησης είναι πόσο εύκολα κανείς μπορεί να χαράξει μια πορεία ζωής με λίγο προβληματισμό. Τελικά απαιτεί δύναμη και πολύ κουράγιο να μην φέρεις εντός σου του Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες. Ίσως το μόνο σίγουρο είναι ότι θα έρθουν. Το θέμα είναι πως κανείς τους αντιμετωπίζει. Θα έρθουν και θα σε αναγκάσουν κάποια στιγμή να κοιτάξεις πίσω σου για αυτά που κατόρθωσες και για αυτά που άφησες ερείπια.

Στέφανος Αβακιάν (Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.)

www.skepsou.gr, 8 Αυγούστου 2013.

Bookmark and Share